πλαστικοποίηση


πλαστικοποίηση
η, Ν
1. (χημ.-τεχνολ.) χημική διεργασία που συνίσταται στην εισαγωγή ενός πλαστικοποιητή μεταξύ τών μακρομοριακών αλυσίδων ενός πολυμερούς
2. φρ. «πλαστικοποίηση καυσίμου»
αστροναυτ. μετατροπή τού στερεού καυσίμου ενός πυραύλου σε πλαστική μάζα
3. η κάλυψη επιφάνειας με πλαστικό φύλλο ή βερνίκι.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πλαστικοποιώ. Η λ. αποτελεί απόδοση στην Ελληνική ελληνογενούς ξεν. όρου, πρβλ. αγγλ. plasticization].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • πλαστικοποιητικός — ή, ό, Ν [πλαστικοποιώ] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην πλαστικοποίηση ή αυτός με τον οποίο γίνεται η πλαστικοποίηση …   Dictionary of Greek

  • πλαστικοποιώ — Ν 1. (χημ. τεχνολ.) διενεργώ πλαστικοποίηση, εισάγω πλαστικοποιητή μεταξύ τών μακρομοριακών αλυσίδων ενός πολυμερούς 2. καλύπτω επιφάνεια με πλαστικό φύλλο ή βερνίκι. [ΕΤΥΜΟΛ. < πλαστικός + ποιώ (< ποιός < ποιώ). Η λ. αποτελεί απόδοση… …   Dictionary of Greek

  • κελουλοΐτης ή σελουλοΐτης — Πλαστική ύλη που παράγεται με πλαστικοποίηση κολλοειδούς διαλύματος της νιτροκυτταρίνης με καμφορά. Ο κ. ήταν η πρώτη συνθετική πλαστική ύλη, που παρασκευάστηκε το 1869. Χαρακτηρίζεται από σκληρότητα, η παραγωγή της είναι φθηνή, ενώ είναι… …   Dictionary of Greek

  • κόμμεα ή γόμες — Ομάδα μορίων υψηλού μοριακού βάρους, συνήθως με κολλοειδείς ιδιότητες, τα οποία σε κατάλληλο διαλύτη είναι ικανά, ακόμη και σε μικρές συγκεντρώσεις, να σχηματίζουν πηκτές (παχύρρευστα αιωρήματα ή διαλύματα). Τα μόρια αυτά ενδέχεται να είναι είτε… …   Dictionary of Greek

  • πλαστικές ύλες — Οργανικές ενώσεις με υψηλό μοριακό βάρος, αδιάλυτες στο νερό, στερεές στη συνηθισμένη θερμοκρασία, οι οποίες χαρακτηρίζονται ανάλογα με τη δυνατότητα επεξεργασίας τους με την τεχνική των εκμαγείων και της συμπίεσης. Οι πλαστικές ύλες μπορούν να… …   Dictionary of Greek